|
|
Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:
Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε. Η εγγραφή για τον όρο runoff παρατίθεται στη συνέχεια. Δείτε επίσης: area
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: runoff, run-off n | uncountable (liquid draining from surface) | απορροή ουσ θηλ | | | Runoff from the fields is polluting local streams. | | | Η απορροή από τα χωράφια μολύνει τα ποτάμια της περιοχής. | runoff, run-off n | (election, race: deciding round) (γύρος, αγώνας κλπ) | επαναληπτικός επίθ | | Σχόλιο: Δεν υπάρχει ακριβής αντιστοιχία. Επιλέγεται το κατάλληλο ουσιαστικό κατά περίπτωση. | | | Only two candidates can compete in the runoff. | runoff, run-off n as adj | (vote, etc.: deciding) | επαναληπτικός επίθ | | | Neither candidate has a majority, so a runoff vote will take place in a week's time. |
| Κύριες μεταφράσεις | WordReference English-Greek Dictionary © 2026: | run off vi phrasal | (flee) (καθομιλουμένη) | το σκάω, το βάζω στα πόδια έκφρ | | | | τρέπομαι σε φυγή έκφρ | | | I saw the intruder run off as soon as he heard the alarm. | | | Είδα τον εισβολέα να το σκάει, αμέσως μόλις άκουσε τον συναγερμό. | | run [sb] off [sth] vtr + prep | US, informal (chase away) (επίσημο) | εκδιώκω κπ από κτ ρ μ + πρόθ | | | | απομακρύνω ρ μ + πρόθ | | | | διώχνω κπ από κτ ρ μ + πρόθ | | | The protesters were run off the property by the police. | | | Η αστυνομία απομάκρυνε τους διαδηλωτές από την ιδιοκτησία. | run [sth] off, run off [sth] vtr phrasal sep | (copies: print, duplicate) | βγάζω ρ μ | | | | τυπώνω ρ μ | | | Could you please run off a hundred copies of this handout for me? | | | Μπορείς να μου βγάλεις 100 φωτοτυπίες από αυτά τα ενημερωτικά φυλλάδια; | | run off vi phrasal | (flow away) | ρέω ρ αμ | | | (καθομιλουμένη, προφορικό: νερό) | τρέχω ρ αμ | | | When it rains, water runs off and ultimately makes its way to a river, lake, or the ocean. | | | Όταν βρέχει, το νερό τρέχει και τελικά καταλήγει σε ένα ποτάμι, μια λίμνη ή τη θάλασσα. | | run off [sth] vi + prep | (flow from) | ρέω από κάπου περίφρ | | | (καθομιλουμένη, προφορικό: νερό) | τρέχω από κάπου περίφρ | | | Rainwater will run off a slanted roof. |
|
|